Αθεράπευτα Έγκυρα Κιτρινόμαυρα

Τη Σοφία του Θεού δεν μπορείς να τη θάψεις

Ο Σπύρος Δαρσινός καταθέτει σκέψεις για την Πόλη και την Αγιά Σοφιά

1

Μια φορά περπάτησα στην Πόλη των πόλεων. «Θα πάμε ξανά του χρόνου» λέγαμε, μια όμως οι τρομοκρατικές επιθέσεις, μια τα ντεμέκ πραξικοπήματα, η φάση στράβωνε και δεν θ’ αργούσε η ώρα που θα πειθόμουν πως είμαι “κατσίκι”. Τραγί το τρισκατάρατο.

«Αν είναι να τη διαλύσεις, ασ’ το γάματο, πάμε Φλωρεντία», έλεγε το βάσανο, που έχει κάνει το ταξίδι δυο τρεις φορές παραπάνω, είτε για τα μπαχάρια, είτε για τις λοκάντες, είτε για τα παζάρια με τους εμπόρους, τα καυτερά, το αριάνι, τα δέρματα και τα μύδια στη γέφυρα του Γαλατά.

Από τo Λάλελι στο Εμίνονου και από εκεί στο Σουλταναχμέτ είναι μισή ώρα δρόμος με το πόδι, δεκαπέντε αν πάρεις το τραμ λαθραία για να μη χαλάσεις τις λίρες σου (που να τρέχεις πάλι στ’ ανταλλακτήριο) πενήντα αν σταματήσεις για το τσάι σου, σχεδόν μια ώρα αν έχεις και τη μέση σου.

Από εκείνο το δρόμο πρώτα βλέπεις το Σουλτάν Αχμέτ Τζαμί, εκείνο το Μπλε, ξέρεις, μετά την Αγια-Σοφιά. Μπαίνεις και στα δύο, σαν από βίτσιο, για να κάνεις σύγκριση, γιατί όλα πρέπει να τα συγκρίνεις με κάτι.

Το Μπλε Τζαμί καθαρά οπτικά και σαν αίσθηση, μ’ άρεσε περισσότερο. Μεγαλοπρεπέστερο, με το χαλί του και την αυλή με τις βρύσες της κάθαρσης, με την αίσθηση της άπλας που δίνει η έκταση χωρίς το παραμικρό αποκούμπι. Ήταν και το αφελές άγχος να μην προσβάλω κανέναν. Έπρεπε άλλωστε να κάτσω κάτω, ν’ ακουμπήσω στην κολώνα, που τέσσερις άνθρωποι δεν έφταναν να την αγκαλιάσουν. Κι όταν οι πιστοί έφυγαν και μείναμε οι ξένοι, φάγαμε και τον προσηλυτισμό μας, πάντα σύμφωνα με τις βασικές αρχές του ήπιου μάρκετινγκ, καθότι ήσαν άνθρωποι ιερωμένοι. Ο τουριστικός προσηλυτισμός οφείλει να ‘ναι μαλακός σαν της μανάς το νανούρισμα, σαν το χεράκι της όταν αφήνει τη ζακέτα στις πλατούλες σου.

Την αμαρτία μου θα την πω: Πέντε μέρες ακόμη και θα ξέχναγα τ’ όνομά μου, θα υπάκουγα τυφλά. Στους μιναράδες βάλαν τότε τους καλούς τους μουεζίνηδες, καθότι σαφώς και δεν θα ‘χες τους παράφωνους ψάλτες στη Μητρόπολη Αθηνών. Όπως στο στρατό, που οι ψηλοί μπαίνουν γυαλισμένοι πρώτοι.

Τέσσερις ώρες και δύο θρησκευτικές κατανύξεις μπακ του μπακ, κάθισα στο μέσο της απόστασης των δύο, έχει και παγκάκια. Γυρνάς το κεφάλι, ξανά και ξανά. Κάνεις 180 μοίρες σε τρία δευτερόλεπτα και μετά άλλα τρία κι άλλες 180 μοίρες, για να δεις δύο, αρχιτεκτονικά για τους αδιάφορους πρωτίστως, θαύματα που έχουν απόσταση 1000 χρόνια και 150 μέτρα. Το Μπλε Τζαμί νίκησε. Με μέθυσε. Εκεί πάνω όμως στην παραζάλη και στη σβούρα του θρι σίξτι βίντεο για την κουλτούρα του Κουροσάβα απ’ το Παγκράτι, θυμήθηκα τις ελάχιστες ψηφιδωτές τοιχογραφίες της. Αυτές που σώθηκαν. Και το μυαλό μου, μόνο του, ένωνε τα κομμάτια τους, ψηφίδα ψηφίδα, πετράδι πετράδι, πινελιά πινελιά, μέχρι που στο τέλος την είδα. Την άκουσα. Την ένιωσα.

Ας κάνει ο Ερντογάν ό,τι θέλει. Ας την κάνει ό,τι θέλει. Ας ρίξει σοβά και λάσπη από πάνω. Τη Σοφία του Θεού δεν μπορείς να τη θάψεις. Θα ‘ναι πάντα εκεί, επίκαιρη και άχρονη, μέσα στους δικούς μας χλευασμούς, τους δικούς μας τους μικρούς αιώνες των ανθρώπων.

To enwsi.gr χρησιμοποιεί cookies προκειμένου να βελτιώσει τις υπηρεσίες του. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, αποδέχεστε τη χρήση cookies στον Ιστότοπό μας. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε Πολιτική Απορρήτου. Αποδοχή Περισσότερα