Ξέρεις τι έκανες (προ)πέρυσι το καλοκαίρι

Ο Κώστας Τσίλης βάζει στο τραπέζι πετυχημένες και αποτυχημένες καλοκαιρινές συνταγές

Πολλές φορές είχα γράψει πως η ΑΕΚ για να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά και να γίνει ακόμα καλύτερη, θα πρέπει να μην πέφτει στην παγίδα να ανατρέψει συνεχώς στην σεζόν που κατέκτησε το πρωτάθλημα. Διότι αν την κουβαλάει εκείνη τη σεζόν σαν ένα διαρκές μέτρο σύγκρισης, είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα μετατραπεί σ’ ένα βαρίδι που θα την τραβάει προς τα πίσω. Ωστόσο η πραγματικότητα ήρθε να διαψεύσει πανηγυρικά αυτή την προσέγγιση.

Ένας από τους βασικούς λόγους της αδυναμίας της φετινής ομάδας να είναι ανταγωνιστική και η αποτυχία να κερδίσει τους δυο τίτλους που διεκδίκησε, οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός πως όχι απλώς δεν ακολούθησε και έσκισε και πέταξε στα σκουπίδια την συνταγή που της έδωσε το πρωτάθλημα. Μαζί με σχεδόν όλα τα συστατικά της. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πρόσωπα που άλλαξαν στο ρόστερ, παρόλο που και αυτό έπαιξε τον ρόλο του και έχει υπεραναλυθεί. Ούτε στον προπονητή.  Είναι συνολικά η δομή. Ακόμα και η βάση του σχεδιασμού.

Προφανώς κάθε χρονιά είναι διαφορετική. Όμως αν στην ΑΕΚ βάλουν στο τραπέζι όλα όσα έγιναν από την αρχή μέχρι το τέλος της προπέρυσινης χρονιάς και από την αρχή μέχρι το τέλος της περυσινής, είναι βέβαιο πως θα βρουν αμέσως όλα όσα στην πρώτη περίπτωση πήγαν καλά και στην δεύτερη στραβά και ανάποδα. Αρχής γενομένης από την σύγκριση του καλοκαιριού του 2017, με το καλοκαίρι του 2018. Το πώς και πόσο διαφορετικά λειτούργησε η ΑΕΚ, είναι ίσως η άκρη του νήματος, από την οποία θα πρέπει να πιαστούν φέτος οι άνθρωποι της ομάδας για να οδηγήσουν ξανά την ομάδα σ’ ένα φινάλε όπως το περυσινό και σε καμία περίπτωση όπως το φετινό.

Ο Χιμένεθ ήταν από τους θιασώτες της άποψης, πως η πιο σημαντική δουλειά για μια πετυχημένη σεζόν, γίνεται στο βασικό στάδιο της προετοιμασίας. Και αυτός ήταν ο προσανατολισμός στο κτίσιμο που έκανε ο Ισπανός στο Κίελτσε. Ο Ουζουνίδης ήταν της φιλοσοφίας που η δουλειά είναι διαρκείας και κρατάει όλη τη σεζόν. Και αυτό ήταν το μοντέλο που εφάρμοσε στο κτίσιμο στην Πολωνία. Δεν είμαι ειδικός, δεν είμαι προπονητής και επομένως δεν μπορώ να κρίνω, ποιο από τα δυο μοντέλα είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Σίγουρα όμως εκ του αποτελέσματος,  δικαιώθηκε η προσέγγιση και το μοντέλο δουλειάς του Χιμένεθ. Η ΑΕΚ που προέκυψε από την προετοιμασία του καλοκαιριού του 2017, ήταν ανταγωνιστική και άντεξε σε φουλ ρυθμούς σε Ελλάδα και Ευρώπη μέχρι και τον Φλεβάρη. Η ΑΕΚ που προέκυψε από την περυσινή προετοιμασία, συμπεριφερόταν σαν σκασμένη ήδη από τον Δεκέμβρη.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό. Ο περυσινός μεταγραφικός σχεδιασμός, σ’ αντίθεση με τον προπέρσινο, δεν είχε λάθη μόνο ως προς τις επιλογές, αλλά ακόμα και ως προς τον χρόνο υλοποίηση του. Θυμίζω πως το καλοκαίρι του 2017, το ρόστερ της ΑΕΚ ήταν συμπληρωμένο κατά 80%, πριν ολοκληρωθεί το βασικό στάδιο της προετοιμασίας στο Κίελτσε. Είχαν προστεθεί τέλη Αυγούστου μόνο ο Αραούχο και ο Κονέ. Το περυσινό καλοκαίρι η ΑΕΚ πήγε, δούλεψε και γύρισε από το Κίελτσε, έχοντας ανοικτές τις περισσότερες από τις μεταγραφικές εκκρεμότητες. Θυμίζω πως ο Πόνσε, ο Μπογέ και ο Άλεφ, αποκτήθηκαν όταν η ομάδα επέστρεψε από την Πολωνία, ο Σβάρνας ήρθε στα μέσα Αυγούστου, ο Γιαννιώτας στο φινάλε της μεταγραφικής περιόδου και ο χαφ και ο εξτρέμ δεν ήρθαν ποτέ.

Αυτή η διαφορά ακόμα και στον χρόνο υλοποίησης του μεταγραφικού σχεδιασμού, έπαιξε τον ρόλο της στον τρόπο που κύλησε η σεζόν. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι, που είναι πολύ προφανής η σημασία του να μπορεί ένας προπονητής να κτίζει το αγωνιστικό οικοδόμημα, έχοντας στα χέρια του τα περισσότερα από τα υλικά. Έχει να κάνει και με το συνολικό δέσιμο της ομάδας. Η πραγματικότητα είναι πως η ΑΕΚ επέστρεψε το καλοκαίρι του 2017 από το Κίελτσε, με αποδυτήρια δεμένα σαν γροθιά. Και ήρθαν να προστεθούν τέλος Αυγούστου ο Αραούχο, που μόλις πριν από τρεις μήνες είχε φύγει από την ομάδα αφού είχε ενσωματωθεί για τα καλά, αλλά και ο Κονέ που ήταν σαν να γύριζε σπίτι του. Όλο αυτό, είχε απήχηση στη σεζόν. Βγήκε στην ομάδα.

Αντίθετα οι παίκτες που ήρθαν με μεταγραφή το περυσινό μετά το πέρας του βασικού σταδίου της προετοιμασίας, δεν κατάφεραν να αποκτήσουν ισχυρό δέσιμο μέσα στα αποδυτήρια. Ο Μπογέ, ο Άλεφ, ο Γιαννιώτας ακόμα και ο Πόνσε, δεν έβγαζαν όλο το δέσιμο και την τρέλα για την ομάδα, που είχε βγάλει, για παράδειγμα, ο Λιβάγια στην πρώτη του σεζόν. Και όσο και αν μοιάζει υπερβολικό, τελικά όλο αυτό επηρέασε και το δέσιμο συνολικά της ομάδας. Μην πάει δε το μυαλό σας στην παράμετρο του δανεικού. Διότι και ο Λιβάγια ή ο Αραούχο, δανεικοί ήρθαν πρόπερσι.

Φυσικά και δεν είναι διόλου εύκολο να κάνεις την μεταγραφή που θέλεις, όσο γρήγορα την θέλεις. Όποιος το λέει αυτό, θα πρέπει κάποια στιγμή να μπορέσει να ξεχωρίσει τις διαφορές του football manager από το αληθινό ποδόσφαιρο και γενικώς τις διαφορές των βιντεοπαιχνιδιών με την πραγματική ζωή. Υπάρχουν δυσκολίες και νόμοι (αυτής της καταραμένης) αγοράς, που σπρώχνουν μεταγραφικές υποθέσεις ακόμα και μέχρι και την τελευταία μέρα του Αυγούστου. Και για κάποιες πολύ σπέσιαλ περιπτώσεις, όπως πρόπερσι ήταν του Αραούχο, μπορεί να χρειαστεί (και πρέπει να το κάνεις) να περιμένεις όχι απλώς μέχρι και τις 31 Αυγούστου, αλλά μέχρι και τις 11.55 εκείνης της μέρας. Όμως για να μην τρελαθούμε, δεν είναι και ο κανόνας. Παικταράς όπως ο Λιβάγια, είχε κλείσει τέλη Ιούνη και αρχές Ιούλη ήταν στο Κίελτσε.

Η ουσία είναι, για να μην το ανοίγουμε πολύ, πως η ΑΕΚ εκτός από εύστοχες και ποδοσφαιρικά ορθολογικές μεταγραφικές επιλογές, εκτός από κλείσιμο των κενών που υπάρχουν στο ρόστερ, θα πρέπει να πάρει μαθήματα απ’ όσα δίδαξε το περυσινό και το προπέρσινο καλοκαίρι, σε σχέση με την κατάληξη της σεζόν. Και με βάση αυτά τα μαθήματα να πορευτεί και φέτος. Είπαμε, το ποδόσφαιρο δεν είναι πυρηνική φυσική.

Δείτε επίσης

Οι 600 μέρες είναι πολλές

Ο Κώστας Τσίλης βάζει στο τραπέζι αριθμούς και (παρα)λογισμούς για το ντέρμπι