Η ΑΕΚ βρίσκει ξανά τη συνταγή της επιτυχίας

Ο Σταύρος Καζαντζόγλου αναλύει τα κομμάτια του παζλ που μπορούν να οδηγήσουν την ΑΕΚ στους στόχους της

Δεν είναι μία συνηθισμένη διακοπή πρωταθλήματος αυτή που ζούμε. Γενικά δεν είναι μία συνηθισμένη χρόνια αυτή που περνάμε. Με την πανδημία να χτυπά συνεχώς την πόρτα μας, ήταν θέμα χρόνου να φτάσει και στην αυλή μας και πλέον βλέπετε πως ταράζει την ηρεμία και την ισορροπία που προσπαθεί να αποκτήσει η ΑΕΚ έπειτα από μία τραγική χρονιά. Συνήθως, σε τέτοιες μέρες αρχίσαμε να κάναμε σκέψεις για την επικείμενη μεταγραφική περίοδο του Γενάρη, ενώ ολοκληρωνόταν και πρώτος απολογισμός για τις μεταγραφές.

Τα πράγματα είναι αρκετά ξεκάθαρα για την ΑΕΚ ενόψει του Ιανουαρίου. Η Ενωση θα ψάξει από τώρα να βρει ενίσχυση στα άκρα της άμυνας της. Ισως να ανοίξουν και άλλες υποθέσεις, να προκύψουν κι άλλες ανάγκες, ανάλογα με την εξέλιξη των υποθέσεων του Λιβάγια και του Ολιβέιρα, αλλά και σε δεύτερο επίπεδο αυτή του Αλμπάνη. Εκτιμώ όμως, πως αυτή η χρονική συγκυρία είναι καλή για να μπορέσουμε να δούμε κάποια πράγματα που αφορούν τις μεταγραφές που έγιναν και το κατά πόσο άλλαξαν ήδη την εικόνα της ΑΕΚ.

Εκλεισε… αιώνια κενά

Σε ποιο βαθμό την έκαναν να είναι ήδη ανταγωνιστική και κάλυψαν κενά που υπήρχαν και ταλάνιζαν την Ενωση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναλογιστείτε, ότι έπειτα από χρονιές που υπήρχαν πάρα πολλά ερωτηματικά γύρω από την επάρκεια επιλογών, η ΑΕΚ πλέον έχει έναν κανονικό ακραίο επιθετικό με προοπτική να φτάσει ακόμα και στο πάνω ράφι, έναν μέσο με διαφορετικά αγωνιστικά χαρακτηριστικά από κάθε άλλον που υπήρχε στο ρόστερ και βέβαια αριθμητική – και ποιοτική κατά τη γνώμη μου – επάρκεια στο κέντρο της άμυνας.

Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά τα πράγματα. Σε αυτή τη μεταγραφική περίοδο, η ΑΕΚ προχώρησε σε συγκεκριμένες μεταγραφικές επιλογές. Επί της ουσίας, οι παίκτες που φόρεσαν τα «κιτρινόμαυρα» από το καλοκαίρι και μετά, ήταν 12. Η ακριβοπληρωμένη μεταγραφή του Λιβάι Γκαρσία με 2,2 εκατομμύρια ευρώ και την ΑΕΚ να κάνει την οικονομική υπέρβαση για να αποκτήσει έναν ακραίο που δεν υπήρχε στο ρόστερ της. Πέραν αυτής, υπήρξαν οι αγορές των Χνιντ και Νεντελτσεάρου, που κόστισαν λίγο πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ συνολικά.

Επειτα, οι προσθήκες των ελεύθερων Σάκχοφ, Ανσαριφάρντ, Ινσούα, Τάνκοβιτς. Παίκτες που πήραν άπαντες καλά συμβόλαια, αλλά η ΑΕΚ δεν χρειάστηκε να πληρώσει και τις ομάδες που ανήκαν μέχρι την προηγούμενη σεζόν. Σε αυτές τις επτά προσθήκες πρέπει να προσθέσουμε την απόκτηση του Σιμάνσκι με 1,3 εκατομμύρια ευρώ, τους πιτσιρικάδες Καρακλάγιτς και Ραντόνια που ήρθαν ως επένδυση για το μέλλον, τον Ιατρούδη που προτιμήθηκε να παραχωρηθεί δανεικός προκειμένου να επιστρέψει σε κανονικό ρυθμό, αλλά και τον Βασιλαντωνόπουλο που μπήκε από το…παράθυρο για να πάρει τελικά θέση μέσα στην ομάδα της ΑΕΚ. Υπήρχε και 13ος, ο Ενομπακάρε, που πέρασε και δεν ακούμπησε.

Ποιοτική αναβάθμιση

Το πρόσημο σε αυτές τις μεταγραφικές κινήσεις κρίνεται αναμφίβολα θετικό μέχρι τώρα. Εστω και αν το δείγμα γραφής δεν είναι μεγάλο και κάθε σωστή κρίση πρέπει να έχει μακρά σειρά αγώνων και συνήθως γίνεται μετά το τέλος της σεζόν, είναι δεδομένο ό,τι μέχρι τώρα πάει καλά. Ο Γκαρσία, ο Ανσαριφάρντ, ο Σάκχοφ και στη δική μου συνείδηση και ο Νεντελτσεάρου, αλλάζουν όλη τη φυσιογνωμία της ΑΕΚ. Θεωρώ πως είναι εκ των πραγμάτων βασικοί και παίκτες που κάνουν τη διαφορά για την Ενωση.

Πέραν αυτών, υπάρχουν η προσθήκη των Ινσούα, Χνιντ και βέβαια του Τάνκοβιτς. Ο Σουηδός είναι ένας παίκτης που έρχεται να καλύψει τη θέση στα αριστερά, αλλά σε μία φυσιολογική κατάσταση όπου είναι όλοι διαθέσιμοι, δεν ξέρω αν θα μπορούσε να εκτοπίσει από την ενδεκάδα κάποιων εκ των Μάνταλου. Λιβάγια και Λιβάι. Ωστόσο, ο Τάνκοβιτς θεωρείται εν δυνάμει βασικός. Στην ίδια λογική είναι και ο Ινσούα.

Το καλοκαίρι του τίτλου και η πτώση

Απαντες, δείχνουν ότι μπορούν να κάνουν τη διαφορά και να αναβαθμίσουν την ΑΕΚ. Αυτό ήταν το ζητούμενο άλλωστε. Να υπάρξει αναβάθμιση στην ΑΕΚ, που ερχόταν από δύο πολύ κακές μεταγραφικές περιόδους. Αρκεί να θυμηθεί κάνεις, ότι τέτοιο υψηλό πρόσημο στις μεταγραφές η ΑΕΚ είχε να εμφανιστεί από το καλοκαίρι του ’17. Σε εκείνη την μεταγραφική περίοδο, σας θυμίζω πως η ΑΕΚ είχε αποκτήσει τον Λιβάγια, τον Αραούχο έστω και ως δανεικό, τον Τσόσιτς και τον Λόπες. Πέραν αυτών, τους Κονέ, Γιακουμάκη, Κλωναρίδη. Παίκτες που ο καθένας, έβαλε το δικό του λιθαράκι – μεγάλο ή μικρό – στην κατάκτηση του τίτλου του 2018. Σε εκείνη την ομάδα βέβαια, δεν πρέπει να παραλείψουμε την προσθήκη του Τσιντώτα, που αν και ήρθε ως τρίτη επιλογή, κατέληξε εκείνη την περίοδο να κάνει τα πιο πολλά παιχνίδια από τους τρεις τερματοφύλακες που ανήκαν τότε στο ρόστερ της ΑΕΚ.

Εκείνη την πετυχημένη – και ποιοτικά αλλά και χρονικά – μεταγραφική περίοδο, ακολούθησαν δύο πολύ άσχημα καλοκαίρια: το 2018, σε μία χρονιά που η ΑΕΚ είχε την υψηλή προσδοκία να παίξει στους ομίλους του Champions League, οι κινήσεις ήταν κατώτερες των προσδοκιών. Με εξαίρεση τον Πόνσε, ο οποίος αν και δανεικός έδωσε τεράστια ποιότητα με την απόκτηση του, οι υπόλοιπες επιλογές κινήθηκαν σε ρηχά νερά.

Ο Μπογέ δεν έγινε ποτέ ο ακραίος που ήθελε η ΑΕΚ, ο Αλμπάνης κινείται το μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, Αλεφ και Οικονόμου είχανε μόνο ελάχιστες εκλάμψεις που έδειχναν ότι μπορούσαν να βοηθήσουν, ενώ ο Γιαννιώτας πέρασε και δεν ακούμπησε. Υπήρχε βέβαια και η επιστροφή του Σβάρνα, που τότε δεν υπολόγιζε κάνεις, αλλά στην πορεία εξελίχθηκε σε μία σημαντική προσθήκη για την ΑΕΚ. Από εκείνη τη χρονιά, ο διεθνής αμυντικός είναι η μόνη μεταγραφή που κατάφερε να μείνει και να αφήσει αποτύπωμα στην ΑΕΚ. Οι υπόλοιποι έφυγαν όπως ήρθαν.

Η χρονιά της…κατάθλιψης

Τα ίδια, ίσως και χειρότερα, το περυσινό καλοκαίρι. Ο Ολιβέιρα δεν ήταν μία μεταγραφή με ερωτηματικά, αλλά ένας παίκτης που ήρθε για να κάνει τη διαφορά, το οποίο δεν δικαιολόγησε σε όλη τη διάρκεια της σεζόν. Από κει και πέρα, θλιβερές καταστάσεις: ο Βέρντε και ο Σιμάο συγκαταλέγονται στις χειρότερες προσθήκες των τελευταίων ετών, ο Ζεράλδες μας απασχόλησε μόνο για εξωαγωνιστικούς λόγους, ο Βράνιες ήταν μία ωρολογιακή βόμβα που φαινόταν θέμα χρόνου να σκάσει όπως και έγινε.

Ο Ντέλετιτς άφησε ελάχιστα καλά λεπτά που μπορεί κάποιος να θεωρεί ως σημαντικά στην ΑΕΚ. Ο Παουλίνιο δεν έγινε ποτέ ο αντι-Γκάλο που ήθελε η ΑΕΚ. Δεν μπόρεσε ποτέ να πείσει πώς είναι ο (ξένος) παίκτης που θα έρθει για να κάνει τη διαφορά. Στις περυσινές προσθήκες πρέπει να βάλουμε και τον Αθανασιάδη που περιμένει στη σειρά του για να πάρει κάποια στιγμή την ευκαιρία του στην ΑΕΚ, αλλά και τον Σαμπανάτζοβιτς, που είναι ένα λαχείο που ακόμα δεν έχει κληρώσει.

Τι μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα από αυτή την ανάλυση; Μα ό,τι στην ΑΕΚ μεσολάβησαν δύο καλοκαιρινές μεταγραφικές περίοδοι – διάστημα δηλαδή όπου χτίζετε μία ομάδα – για να μπορέσει να ξανακάνει πετυχημένες μεταγραφικές κινήσεις. Οσα συνέβησαν το καλοκαίρι του ‘17 δείχνουν να έχουν επαναληφθεί σε σημαντικό βαθμό το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ’20. Μοιραία, η ΑΕΚ φέτος δεν ονειροβατεί απλά πως μπορεί να κατακτήσει το πρωτάθλημα, αλλά δείχνει με την εικόνα των παικτών της μέσα στο γήπεδο πώς μπορεί πραγματικά να φτάσει ως το τέλος στη διεκδίκηση των στόχων της.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΜΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ BLOGS
X