Κατσικάρης: «Όταν ο Μάκης Ψωμιάδης πιάστηκε στα χέρια με τον Χέιλι και οι φουσκωτοί του έριχναν… σουτάκια στο Μόσχος!»

Κατσικάρης: «Όταν ο Μάκης Ψωμιάδης πιάστηκε στα χέρια με τον Χέιλι και οι φουσκωτοί του έριχναν… σουτάκια στο Μόσχος!»
Photo Credits: INTIME

Η απίστευτη ιστορία του Φώτη Κατσικάρη από τον Μάκη Ψωμιάδη

Στοιχηματική εμπειρία… όπως θα ήθελες να είναι! Παίξε Νόμιμα - 21+ | ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΡΥΘΜΙΣΤΗΣ: ΕΕΕΠ | ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΘΙΣΜΟΥ & ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ | ΓΡΑΜΜΗ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΚΕΘΕΑ: 2109237777 | ΠΑΙΞΕ ΥΠΕΥΘΥΝΑ

Ο Φώτης Κατσικάρης σε μια μεγάλη συνέντευξη μίλησε για τα έξι αξέχαστα χρόνια στην ΑΕΚ, με πλάκες, εικόνες, στιγμές και παραστάσεις που (όλες) δεν γράφονται. Μία εξαετία (1990-1996) από την οποία κερδίσε ελάχιστα χρήματα, αλλά έκανε σχέσεις ζωής, «φοίτησε» στο… πανεπιστήμιο του μπάσκετ και έβαλε τις βάσεις για την μετεξέλιξή του στο χώρο. Σε ένα πόστο που αποδείχτηκε ότι του ταίριαζε περισσότερο.

Για να ακολουθήσει η ευλογία της συνεργασίας με έναν ακόμη αξέχαστο «σοφό» του αθλήματος. Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς, βλέπετε τον συμπάθησε από την πρώτη στιγμή κι αυτό συνετέλεσε στην αλλαγή της αρχικής του σκέψης (ήθελε να τον κάνει team manager), κάτι που δεν συνέβαινε συχνά με τον “Ντούντα”.

Η «κιτρινόμαυρη» οικογένεια τον αγκάλιασε, στήριξε το ξεκίνημά του σαν head coach και το αποτέλεσμα δικαίωσε και τις δύο πλευρές. Η διετία αυτή (2003-2005) τον βοήθησε να πατήσει καλά στα πόδια του και τον έμαθε να διαχωρίζει την θέση του, όταν νιώθει ότι δεν τον εκφράζουν οι συνθήκες.

Δείτε μέρος της συνέντευξηής του στο gazzetta.gr

«Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα για να δω τους γονείς μου και στην συνέχεια πήγα διακοπές στην Σαντορίνη, παρέα με δύο Αμερικάνους φίλους μου. Να φανταστείς ότι τότε είχα παχύνει αρκετά, δεν υπήρχε μπασκετμπολίστας Κατσικάρης! Κάποια στιγμή, που λες, παίρνω τηλέφωνο την μάνα μου και μου λέει ότι με ψάχνει ένας… Γάσπαρης από την ΑΕΚ! Της λέω “μαμά, κάνεις λάθος! Ο Γάσπαρης είναι στον Πανιώνιο, κάποιος κάνει πλάκα!”… Να μην στα πολυλογώ, όταν γύρισα σπίτι και μου είπε ότι αυτός ο κύριος Γάσπαρης είχε ξανατηλεφωνήσει, πράγματι μιλήσαμε και επρόκειτο για τον νέο team μάνατζερ της ΑΕΚ, ο οποίος μου μετέφερε την επιθυμία του Τσόσιτς να συναντηθούμε! Εγώ έμεινα κάγκελο, γιατί είχα μπει ήδη σε έναν δρόμο με τις σπουδές μου, τις οποίες χρηματοδοτούσαν οι γονείς μου και από την άλλη η προοπτική της συνεργασίας με τον “Κρέζο” στην ΑΕΚ, ενδόμυχα με εξίταρε!»

Και πως εξελίχθηκαν τα πράγματα;

«Με τον Τσόσιτς συναντηθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο που έμενε κάτω από την Ακρόπολη και δεν σου κρύβω ότι είχα μεγάλο τρακ γιατί επρόκειτο για έναν θρύλο του παγκοσμίου μπάσκετ, ο οποίος ήθελε να με δει! Εκεί, λοιπόν, μου παρουσιάζει το πλάνο που είχε για την επόμενη σεζόν, όπου με προόριζε σαν τρίτο κοντό πίσω από τον Παταβούκα και τον Γκέκο. “Υπάρχουν πολύ καλοί παίκτες, όπως ο Κορωνιός και ο Μπακατσιάς, αλλά εγώ θέλω εσένα γιατί θεωρώ ότι ταιριάζεις καλύτερα στον συγκεκριμένο ρόλο!”, μου είχε πει τότε. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τον όρο “ρολίστας” στο μπάσκετ! Ο “Κρέζο” ήταν πολύ μπροστά για την εποχή και ειδικά στην Ελλάδα παρεξηγήθηκε πολύ και έτυχε κακοπροαίρετης κριτικής για τα πιστεύω του και τις επιλογές του. Και εκεί μου ξεφούρνισε και εκείνο το παιχνίδι στα Πατήσια με τον Πανιώνιο στο οποίο ήταν παρών και θυμόταν τον ρόλο που είχα παίξει στο να γυρίσει το ματς.»

Εσύ πως το πήρες όλο αυτό;

«Εννοείται πως κολακεύτηκα, πιέστηκα πάρα πολύ γιατί στις 28 Αυγούστου έπρεπε να πάρω το αεροπλάνο της επιστροφής στην Αμερική και από την μία είχα τον πατέρα μου, που δεν ήθελε να αφήσω τις σπουδές μου και από την άλλη την μάνα μου, που ήταν υπέρ του να ακολουθήσω την καρδιά μου! Να φανταστείς ότι εν τω μεταξύ είχα πάρει μία μερική υποτροφία από το Boston University και είχα στείλει όλα μου τα πράγματα από την Καλιφόρνια στην Μασαχουσέτη!»

Δύσκολη απόφαση;

«Τρομερά δύσκολη, γιατί η πρόταση της ΑΕΚ και το ενδιαφέρον του Τσόσιτς είχε αναθερμάνει την αγάπη μου για το παιχνίδι! Ωστόσο, επειδή το δελτίο μου βρισκόταν στον Σπόρτινγκ, για να προχωρήσει η συνεργασία έπρεπε να συναινέσει και η πρώην ομάδα μου, εγώ κρατούσα μικρό καλάθι γιατί μέσα μου πίστευα ότι τελικά δεν θα βρισκόταν λύση και θα επέστρεφα στις σπουδές μου. Συν τοις άλλοις, η ΑΕΚ δεν ήταν στην καλύτερη οικονομική κατάσταση επί Δημητρακόπουλου τότε, εγώ δεν ήμουν κάποιος ιδιαίτερα σημαντικός παίκτης για να πληρώσει τον σύλλογο των Πατησίων, οπότε οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος μου…»

Και τελικά πως έγινε η ολική επαναφορά;

«Αν και όλα ήταν εις βάρος μου, καθώς περνούσαν οι μέρες άρχιζα να λειτουργώ περισσότερο με το συναίσθημα και το ένστικτο και να βάζω σε προτεραιότητα το όνειρο και λιγότερο την λογική. Άλλωστε, οι σπουδές θα μπορούσαν να περιμένουν, ενώ τέτοια ευκαιρία δύσκολα θα ξαναπαρουσιαζόταν. Τελικά, από τις πρώτες επαφές των ανθρώπων της ΑΕΚ με τον Σπόρτινγκ μαθαίνω ότι υπήρχε ενδιαφέρον για ανταλλαγή με τον Γιώργο Αγιασωτέλη, οπότε σιγά-σιγά άρχισα να ελπίζω. Ο πατέρας μου εν τω μεταξύ είχε θυμώσει πάρα πολύ, αλλά η συμφωνία προέβλεπε και μηναίο μισθό της τάξεως των 250.000 δραχμών τότε, εγώ είχα κολακευτεί πάρα πολύ, οπότε αποφάσισα να προχωρήσω…»

Με τον Σπόρτινγκ δεν υπήρξε πρόβλημα;

«Εκεί ήθελα να καταλήξω! Φτάνουμε τελευταία μέρα των μετεγγραφών και στις 8 το βράδυ θα έπρεπε να πάει με fax στα γραφεία της ομοσπονδίας το παραχωρητήριο από τον Σπόρτινγκ. Έχω πάει από τις 6 στα γραφεία της ΑΕΚ και δεν σου κρύβω ότι ακόμη έκανα δεύτερες σκέψεις για το αν έχω πάρει την σωστή απόφαση. Επί σχεδόν δύο ώρες ο manager της ομάδας, τότε, ο Νίκος Νεσιάδης είναι στα τηλέφωνα με τους ανθρώπους του Σπόρτινγκ και όλα δείχνουν ότι δυστυχώς δεν θα βγει άκρη! Κάποια στιγμή το έχω πάρει απόφαση ότι το θέμα δεν θα προχωρήσει και ότι θα γυρίσω στην Αμερική για τις σπουδές μου, οπότε βαθιά μέσα μου τουλάχιστον αρχίζω να νιώθω πιο καθαρή την συνείδησή μου, γιατί είχα μεγάλες τύψεις. Γύρω στις 8 παρά δέκα, λοιπόν κι έχοντας διαπιστώσει ότι όλες οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες, σηκώνομαι πάνω, ευχαριστώ τους ανθρώπους της ΑΕΚ, χαιρετάω και φεύγω. Είχα τότε ένα Autobianchi και όπως ξεπαρκάρω κάτω από τα γραφεία κι ετοιμάζομαι να στρίψω στην γωνία, βλέπω από τον καθρέφτη τον Νεσιάδη να έχει βγει και να τρέχει από πίσω από το αμάξι για να με προλάβει! Μονο σε ταινίες γίνονται αυτά…»

Και σταμάτησες αμέσως;

«Για ένα δευτερόλεπτο είπα στον εαυτό μου “τώρα κάνω ότι δεν το βλέπω αυτό και φεύγω ή σταματάω;»… Γιατί στην διάρκεια των τριών λεπτών που μεοσολάβησαν από την ώρα που έφυγα από τα γραφεία μέχρι να μπω στο αυτοκίνητο, είχα προλάβει να ξεφουσκώσω. Γιατί ένιωθα άσχημα που είχα αποφασίσει να ακολουθήσω τον δρόμο του μπάσκετ, ως προς τις θυσίες της οικογένειας και της πιθανής απογοήτευσής των γονιών μου για το καπρίτσιο. Τελικά έκανα στην άκρη και από την απόφαση εκείνης της στιγμής, όμως, κοιτώντας το καθρεφτάκι στο Autobianchi, νομίζω ότι άλλαξε όλη μου η ζωή! Λίγα λεπτά αργότερα, υπέγραψα κι έγινα παίκτης της ΑΕΚ και έζησα μία εκπληκτική εξαετία στην διάρκεια της οποίας φτιάξαμε μία ομάδα-παρέα με παιδιά όπως ο Νάσος ο Γαλακτερός, ο Παταβούκας, ο Αριδάς, ο Λανές, ο Κουντουράκης και αργότερα ο Κρις Παπασαράντου.»

Τι αποκόμισες από την συνεργασία σου με τον Τσόσιτς;

Πάρα πολλά! Πρώτα απ’ όλα μου άλλαξε τον διακόπτη της προσέγγισης που είχα στο παιχνίδι και ήταν ο κύριος υπεύθυνος της στροφής που πήρα στην πορεία ως προς την προπονητική. Μαζί με τον Πίνο Γκρίντοβιτς, τον βοηθό του, μου κόλλησαν το μικρόβιο του προπονητή. Γιατί είχαν έναν τελείως διαφορετικό τρόπο δουλειάς, με απίστευτη πίεση σωματική αλλά πιο πολύ πνευματική ως προς την πειθαρχία και το πως ευβλαβική θα έπρεπε να είναι η αφοσίωση σε όλα. Ήμουν ένας κοντός κωλοτούμπας που κοίταγα πως θα σκοράρω και με τον “Κρέζο”, μπήκα σε μία διαδικασία να σκέφτομαι διαφορετικά. Θυμάμαι ότι έμενα στην Γλυφάδα και ανέβαινα στο “Γεώργιος Μόσχος” και σε όλη την διαδρομή σχεδίαζα το τι θα κάνω στην προπόνηση. Είχα μπει σε ένα τριπάκι να αναλύω τα πάντα.»

Η ΑΕΚ εκείνης της εποχής, πάντως, ήταν γνωστή για το πολύ δυνατό δέσιμο των παικτών. Ήσασταν μία εκπληκτική παρέα μέσα κι έξω από το παρκέ…

«Αλήθεια είναι αυτό! Αλλά νομίζω ότι σ’ αυτό μας ένωσε και το γεγονός ότι παίζαμε για μεγάλα διαστήματα απλήρωτοι με όπλο το φιλότιμο. Γιατί τότε η ΑΕΚ ήταν η μόνη ομάδα που είχε απλά το όνομα και τίποτε άλλο! Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός ήταν κολοσσοί, ο Άρης και ο ΠΑΟΚ πολύ δυνατοί, υπήρχαν ο Πανιώνιος και ο Ηρακλής που είχαν αξιοσέβαστα budget κι εμείς παίζαμε με ψίχουλα, που δεν τα παίρναμε κιόλας! Αλλά ήμασταν εκεί και παλεύαμε! Γιατί γουστάραμε, αγαπούσαμε την ομάδα και περνούσαμε καλά μεταξύ μας! Τι πλάκες και σκηνικά να πρωτοθυμηθώ; Αλλά και πολλές απληρωσιές!»

«Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», που λέει και ο σοφός λαός;

«(Γελάει!)… Πες το ψέματα! Θυμάμαι ένα περιστατικό που ταιριάζει απόλυτα… Το ’92 παίζαμε νοκ-άουτ ημιτελικό με τον ΠΑΟΚ στο “Μόσχος” και οι αντίπαλοι μας είχαν την υπερομάδα, που με την προσθηκη του Λέβινγκστον, έφτασε στο Final 4 της Euroleague που έγινε στο Στάδιο “Ειρήνης και Φιλίας” την επόμενη σεζόν. Με Ίβκοβιτς στον πάγκο και με Μπάρλοου, Πρέλεβιτς, Φασούλα, Κόρφα, Φιλίππου, Σταυρόπουλο, Παπαχρόνη και όλους τα υπόλοιπα παιδιά κι εμείς είχαμε προπονητή τον Νικητόπουλο. Εκείνη την περίοδο η ομάδα ήταν διοικητικά ακέφαλη και μας είχαν ψήσει ότι θα αναλάμβανε ένας επενδυτής που θα έλυνε τα προβλήματα και θα προχωρούσε σε πληρωμές, αλλά δεν πήραμε φράγκο. Οπότε κάποια στιγμή, δεκα μέρες πριν το ματς, έρχεται ο Βαγγέλης στα αποδυτήρια και μας λέει “παιδιά, δεν μπορώ να σας αναγκάσω να παίζετε συνέχεια δωρεάν, οπότε θα σεβαστώ όποια απόφαση πάρετε!”… Όπως καθόμαστε, λοιπόν και ήταν Μεγάλη Εβδομάδα πέφτει από κάποιον η ιδέα να πάμε όλοι μαζί στην Μύκονο!»

Από τις μέρες με τον Μάκη Ψωμιάδη τι ιστορίες θυμάσαι;

«Άπειρες και απείρου κάλους! Θα σου πω μία που μου ήρθε έτσι με την πρώτη και είχε να κάνει με έναν ξένο συμπαίκτη μας, τότε που και αυτός όπως και ο Μάκης, δεν βρίσκεται στην ζωή. Επρόκειτο για τον Τζακ Χέϊλι, που ήταν ένας τύπος ο οποίος στο ΝΒΑ κουνούσε την πετσέτα στους Λέικερς και είχε πάρει πρωτάθλημα με τους Μπουλς, έχοντας τον ίδιο ρόλο. Το παιδί προερχόταν από εύπορη οικογένεια και δεν είχε ανάγκη τα χρήματα! Ήταν πιο πολύ χομπίστας αλλά φανταστικός χαρακτήρας! Γυρίζουμε από την προετοιμασία και μόλις συνειδητοποιεί ότι δεν έχει πάρει την πρώτη δόση του συμβολαίου του, τρελλαίνεται! Μαθαίνει ότι ο πρόεδρος έχει νυχτερινά μαγαζιά και αρχίζει να πηγαίνει κάθε βράδυ στο Buzios, που ήταν τότε στην μαρίνα Αλίμου και να χορεύει πάνω στο bar, έτσι για σπάσιμο…»

Πως αντέδρασε ο Μάκης;

«Μία από τις επόμενες μέρες ήρθε στην προπόνηση με πολλά νεύρα και είπε στον manager της ομάδας, τον Ντέιβιντ Στεργάκο τότε, να φωνάξει τον Χέιλι στο γραφείο του. Ο Ψωμιάδης είχε τότε δύο φουσκωτούς άνδρες ασφαλείας, οι οποίοι βγήκαν από το δωματιάκι και άρχισαν να κάνουν σουτάκια στο γήπεδο, φορώντας καουμπόϊκες μπότες. Καθώς πλησιάζει ο Τζακ για να ανέβει τα σκαλιά, τον ακούω να λέει “τώρα θα δείτε τι έχει να γίνει”… Κοντεύω να σκάσω από την περιέργεια και όπως ανεβαίνει, τον ακολουθώ με απόσταση, τουλάχιστον για να ακούσω ή να δω τι θα γίνει… Όταν φτάνω, όμως, η πόρτα έχει κλείσει και από μέσα ακούγονται φωνές. Χτυπάω και ανοίγω με πρόφαση να πάρω κάτι χαρτιά που ήθελε ο coach και τι να δω: έχουν πιαστεί στα χέρια, ο Ντέιβιντ προσπαθεί να τους χωρίσει και ο Μάκης να φωνάζει μάταια τους άνδρες ασφαλείας του, οι οποίοι έπαιζαν μπάσκετ και δεν μπορούν να τον ακούσουν. Μιλάμε για την απόλυτα σουρεαλιστική κατάσταση…Μπαίνω κι εγώ στην μέση για να βοηθήσω και το επεισόδιο ολοκληρώθηκε με τον Χέιλι να τον προειδοποιεί ότι αν δεν τον πληρώσει, θα πηγαίνει στα μαγαζιά του και θα κάνει λογαριασμούς-μαμούθ χωρίς να πληρώνει και τον Ψωμιάδη να ζητάει από τον Στεργάκο να του μεταφράσει και στη συνέχεια να παίρνει στο κυνήγι τους “φουσκωτούς” επειδή το είχαν ρίξει στο μπάσκετ. Και τώρα που το θυμάμαι ξανά, δακρύζω από τα γέλια…»

Εσύ δεν είχες συγκρουστεί ποτέ μαζί του;

«Πολύ ελαφριά γιατί ήξερα ότι δεν σήκωνε πολλά-πολλά! Μία από τις πολλές φορές που ήμασταν απλήρωτοι και δεν είχα πληρώσει μία πιστωτική κάρτα που είχα, με πήραν από την τράπεζα για να μου πουν ότι υπάρχει πρόβλημα. Πάω, λοιπόν, στο γραφείο του στην στοά της Βουκουρεστίου, τον ζητάω και μόλις με βλέπει και του λέω τον λόγο της επίσκεψής μου αλλά και το ότι με πήραν και κάποιοι δικηγόροι, μου απαντάει με τον εξής αμίμητο τρόπο: “Έλα μωρέ, πως κάνεις έτσι 25 καταγγελίες την ημέρα μου κάνουν! Την επόμενη φορά που θα σε πάρουν, δώσε τους το τηλέφωνό μου!”»

Τι άλλο σου μείνει από την ΑΕΚ σαν παίκτης;

«Αυτό που θα πρέπει να ξέρει ο κόσμος ότι εκείνα τα χρόνια, με τις τόσο μεγάλες οικονομικές δυσκολίες για την ομάδα, αυτό που μας είχε κρατήσει όρθιους ήταν η αγάπη και το δέσιμο που είχαμε οι Έλληνες παίκτες μεταξύ μας. Και αυτό το κλίμα χάλασε το καλοκαίρι του 1995, όταν η νεοσύστατη διοίκηση Φιλίππου, με τον Τζούροβιτς προπονητή, αποφάσισε να στηρίχθεί κατά κύριο λόγο στα νέα παιδιά που είχαν αποκτηθεί και ήταν μέλη της Εθνικής ομάδας των εφήβων, που λίγους μήνες νωρίτερα είχε κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα της Αθήνας.

Ολόκληρη η συνέντευξη στο gazzetta.gr

Δείτε την τελευταία εκπομπή του ENWSI TV
Οι ειδήσεις του στο Google News Δείτε Live όλες τις ειδήσεις του
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΜΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ BLOGS
X